καταβελής


καταβελής
κατα-βελής, ές, voll von Pfeilen, d. i. verwundet

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβελής — καταβελής, ές (AM) αυτός που έχει πληγεί με πολλά βέλη, καταπληγωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βελής (< βέλος), πρβλ. εμ βελής, συμ βελής] …   Dictionary of Greek

  • καταβελής — stricken by many arrows masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβελεῖς — καταβελής stricken by many arrows masc/fem acc pl καταβελής stricken by many arrows masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέλος — Όπλο σχήματος μικρού ακοντίου, συνήθως από ξύλο, λίγο περισσότερο μακρύ από μισό μέτρο, που ρίχνεται με το τόξο. Εκτός από το ακόντιο, το β. αποτελείται από δύο κύρια μέρη, την αιχμή και τη γλυφή. Η πρώτη, προορισμένη να χτυπά τον στόχο, στους… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.